纽扣儿 έννοια και προφορά

纽扣儿
Απλοποιημένη λέξη
紐扣兒
Παραδοσιακή λέξη

纽扣儿 ελληνικός ορισμός

niǔ kòu r

  • κουμπιά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 纽 (niǔ): νέος
  • 扣 (kòu): πόρπη
  • 儿 (er): παιδί