肥沃 έννοια και προφορά

肥沃
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

肥沃 ελληνικός ορισμός

féi wò

  • εύφορος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (féi): λίπος
  • (wò): εύφορος