自力更生 έννοια και προφορά

自力更生
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

自力更生 ελληνικός ορισμός

zì lì gēng shēng

  • αυτοδυναμία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 自 (zì): από
  • 力 (lì): δύναμη
  • 更 (gèng): περισσότερο
  • 生 (shēng): γεννάω