自发 έννοια και προφορά

自发
Απλοποιημένη λέξη
自發
Παραδοσιακή λέξη

自发 ελληνικός ορισμός

zì fā

  • αυθόρμητος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 自 (zì): από
  • 发 (fā): μαλλιά