资助 έννοια και προφορά

资助
Απλοποιημένη λέξη
資助
Παραδοσιακή λέξη

资助 ελληνικός ορισμός

zī zhù

  • χρηματοδότηση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 资 (zī): κεφάλαιο
  • 助 (zhù): βοήθεια