资本 έννοια και προφορά

资本
Απλοποιημένη λέξη
資本
Παραδοσιακή λέξη

资本 ελληνικός ορισμός

zī běn

  • κεφάλαιο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 资 (zī): κεφάλαιο
  • 本 (běn): αυτό