起草 έννοια και προφορά

起草
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

起草 ελληνικός ορισμός

qǐ cǎo

  • σύνταξη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 起 (qǐ): από
  • 草 (cǎo): γρασίδι