迫害 έννοια και προφορά

迫害
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

迫害 ελληνικός ορισμός

pò hài

  • καταδίωξη

HSK level


Χαρακτήρες

  • (pò): δύναμη
  • (hài): κανω κακο