长辈 έννοια και προφορά

长辈
Απλοποιημένη λέξη
長輩
Παραδοσιακή λέξη

长辈 ελληνικός ορισμός

zhǎng bèi

  • μεγαλύτερος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (cháng): μακρύς
  • (bèi): γενιά