陶醉 έννοια και προφορά

陶醉
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

陶醉 ελληνικός ορισμός

táo zuì

  • διασκεδάζω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 陶 (táo): κεραμικά
  • 醉 (zuì): μεθυσμένος