飘扬 έννοια και προφορά

飘扬
Απλοποιημένη λέξη
飄揚
Παραδοσιακή λέξη

飘扬 ελληνικός ορισμός

piāo yáng

  • ταραχή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 飘 (piāo): με τον άνεμο
  • 扬 (yáng): νέος