鼻涕 έννοια και προφορά

鼻涕
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

鼻涕 ελληνικός ορισμός

bí tì

  • μύτη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 鼻 (bí): μύτη
  • 涕 (tì): σχίσιμο