笔 έννοια και προφορά

笔
Απλοποιημένος χαρακτήρας
筆
Παραδοσιακός χαρακτήρας

笔 ελληνικός ορισμός

bǐ

  • στυλό

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 俾 : καλός
  • 匕 : στιλέτο
  • 吡 : πυριδίνη
  • 啚 : 𠤏
  • 妣 : νεκρή μητέρα
  • 彼 : οτι
  • 比 : αναλογία
  • 沘 : πάταγος
  • 疕 : δερματική ασθένεια του προσώπου
  • 秕 : άσχημος
  • 舭 : υφαλα πυθμένος πλοίου
  • 鄙 : αγροτικός

Παραδείγματα ποινών με 笔

  • 你看见我的铅笔了吗?
    Nǐ kànjiàn wǒ de qiānbǐle ma?
  • 请安静桌子上的铅笔给我。
    Qǐng ānjìng zhuōzi shàng de qiānbǐ gěi wǒ.
  • 你看,这是我新买的笔记本。
    Nǐ kàn, zhè shì wǒ xīn mǎi de bǐjìběn.
  • 老师讲的内容,我都写在笔记本上了。
    Lǎoshī jiǎng de nèiróng, wǒ dū xiě zài bǐjìběn shàngle.
  • 我们年底发了一笔奖金。
    Wǒmen niándǐ fāle yī bǐ jiǎngjīn.

Λέξεις που περιέχουν 笔, ανά επίπεδο HSK