腻 έννοια και προφορά

腻
Απλοποιημένος χαρακτήρας
膩
Παραδοσιακός χαρακτήρας

腻 ελληνικός ορισμός

nì

  • λιπαρός

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 伲 : (dialect) I; my; we; our;
  • 匿 : to hide;
  • 堄 : parapet;
  • 屰 : 欮
  • 惄 : distressed; famished;
  • 昵 : familiar; intimate; to approach;
  • 溺 : to drown; to indulge; addicted to; to spoil (a child);
  • 睨 : to look askance at;
  • 衵 : women's undergarments;
  • 逆 : αντίστροφος

Λέξεις που περιέχουν 腻, ανά επίπεδο HSK