苹 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος χαρακτήρας
Παραδοσιακός χαρακτήρας

苹 ελληνικός ορισμός

píng

  • μήλο

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : to gallop; to assist; to attack; to wade; great; old variant of 憑|凭[ping2];
  • : βασίζομαι σε
  • : (onom.) bang! (gong, gun firing etc);
  • : a plain; ping, unit of area equal to 3.3 square meters (used in Japan and Taiwan);
  • : οθόνη
  • : shelter, screen, awning;
  • : επίπεδο
  • : chess-like game;
  • : sound of water splashing;
  • : wash; bleach (fabric);
  • : name of one kind of jade;
  • : μπουκάλι
  • : duckweed;
  • : σχόλιο
  • 軿 : curtained carriage used by women; to gather together; to assemble;
  • : family of flatfish; sole;

Παραδείγματα ποινών με 苹

  • 猫不吃苹果。
    Māo bù chī píngguǒ.
  • 这个苹果很大。
    Zhège píngguǒ hěn dà.
  • 我买了一些苹果。
    Wǒ mǎile yīxiē píngguǒ.
  • 你想不想吃个苹果?
    Nǐ xiǎng bùxiǎng chī gè píngguǒ?
  • 一个苹果三块钱。
    Yīgè píngguǒ sān kuài qián.

Λέξεις που περιέχουν 苹, ανά επίπεδο HSK