菀 Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας 菀 ελληνικός ορισμός wǎn luxuriance of growth Χαρακτήρες με την ίδια προφορά 婉 : graceful; tactful; 宛 : winding; as if; 惋 : στεναγμός 挽 : τραβήξτε 晚 : αργά 琬 : ensign of royalty; 畹 : a field of 20 or 30 mu; 皖 : abbr. for Anhui Province 安徽省[An1 hui1 Sheng3]; 碗 : γαβάθα 绾 : bind up; string together; 脘 : internal cavity of stomach; 踠 : ankle; fetlock; bent; crooked; 烷 脘