踯 έννοια και προφορά

踯
Απλοποιημένος χαρακτήρας
躑
Παραδοσιακός χαρακτήρας

踯 ελληνικός ορισμός

zhí

  • hesitating
  • to stop

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά