植 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

植 ελληνικός ορισμός

zhí

  • φυτό

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : ανιψιός
  • : αξία
  • : soil with large clay content;
  • : Executive
  • : enraged; resentful; to hate; to desist;
  • : to gather; old variant of 埴[zhi2];
  • : περίμενε
  • : pick up; to select;
  • : threshold;
  • : stake; picket;
  • : επιοικίζω
  • : ευθεία
  • : sound of reaping;
  • : early-planted crop;
  • : to connect; to tie up;
  • : θέση
  • : Job
  • : Physalis angulata;
  • : hesitating; to stop;
  • : metatarsus; sole of foot; to tread on;

Παραδείγματα ποινών με 植

  • 这种植物我们都没见过。
    Zhè zhòng zhíwù wǒmen dōu méi jiànguò.

Λέξεις που περιέχουν 植, ανά επίπεδο HSK