軽 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

軽 ελληνικός ορισμός

qīng

  • Japanese variant of 輕|轻

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : χύνω
  • : high ranking official (old); term of endearment between spouses (old); (from the Tang Dynasty onwards) term used by the emperor for his subjects (old); honorific (old);
  • : pigsty; rest-room;
  • : hydrogen (chemistry);
  • : σαφή
  • : φως
  • : πράσινος