䏌 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

䏌 ελληνικός ορισμός


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : to whisper; to blame, to slander;
  • : συσκευή
  • : to carve; carved words; to agree; a contract; a deed;
  • : εγκαταλειμμένος
  • : to rest;
  • : carve; cut;
  • : maple; also pr. [zu2]; Taiwan pr. [cu4];
  • : αέριο
  • : Japanese variant of 氣|气;
  • : gas
  • : near;
  • : ατμός
  • : κλαίω
  • : name of a tribe;
  • : to build by laying bricks or stones;
  • : moraine; rocks in shallow water;
  • : a kind of aromatic herb (old);
  • : to repair;
  • : (insect); Tryxalis masuta;
  • : cough slightly;
  • : finished;
  • : μέχρι