契 έννοια και προφορά

契
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

契 ελληνικός ορισμός

qì

  • to carve
  • carved words
  • to agree
  • a contract
  • a deed

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά