授 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

授 ελληνικός ορισμός

shòu

  • χορήγηση

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : θηρίο
  • : λαμβάνω
  • : πουλώ
  • : life
  • 寿 : ζωη
  • : to hunt; to go hunting (as winter sport in former times); hunting dog; imperial tour;
  • : Japanese variant of 獸|兽;
  • : Japanese variant of 瘦[shou4];
  • : λεπτός
  • : cord on a seal;

Παραδείγματα ποινών με 授

  • 他是一位大学教授。
    Tā shì yī wèi dàxué jiàoshòu.
  • 李教授说话非常幽默。
    Lǐ jiàoshòu shuōhuà fēicháng yōumò.
  • 对不起,打扰一下,王教授在吗?
    Duìbùqǐ, dǎrǎo yīxià, wáng jiàoshòu zài ma?

Λέξεις που περιέχουν 授, ανά επίπεδο HSK