灯 έννοια και προφορά

灯
Απλοποιημένος χαρακτήρας
燈
Παραδοσιακός χαρακτήρας

灯 ελληνικός ορισμός

dēng

  • φως

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 噔 : πουμ
  • 登 : σανίδα
  • 簦 : μεγάλη ομπρέλα για πάγκους
  • 豋 : τελετουργικό σκάφος
  • 蹬 : λάκτισμα

Παραδείγματα ποινών με 灯

  • 房间里的灯怎么不亮了?
    Fángjiān lǐ de dēng zěnme bù liàngle?

Λέξεις που περιέχουν 灯, ανά επίπεδο HSK