靖 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

靖 ελληνικός ορισμός

jìng

  • quiet
  • peaceful
  • to make tranquil
  • to pacify

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : straight; pass;
  • : strong; powerful;
  • : καθαρά
  • : cool; fresh; to cool;
  • : έδαφος
  • : (of woman) slender; delicate; virtuous;
  • : radian (math.); now written 弧度;
  • : μονοπάτι
  • : με σεβασμό
  • : Japanese variant of 淨|净;
  • : a mythical animal that eats its mother;
  • : spasm;
  • : ανταγωνίζομαι
  • : πράγματι
  • : lower part of leg;
  • : way; path; direct; diameter;
  • : καθρέφτης
  • : to make up (one's face); to dress; (of one's dress) beautiful;
  • : ησυχια