脱 έννοια και προφορά

脱
Απλοποιημένος χαρακτήρας
脫
Παραδοσιακός χαρακτήρας

脱 ελληνικός ορισμός

tuō

  • απογείωση

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 乇 : archaic variant of 托[tuo1];
  • 侂 : to commission; to entrust to; to depute; to request; to ask (sb to do sth);
  • 托 : υποστήριξη
  • 拖 : σέρνω
  • 沰 : to let drop;
  • 饦 : (cake);
  • 馲 : camel; Taiwan pr. [luo4];

Παραδείγματα ποινών με 脱

  • 房间很暖和,把大衣脱了吧。
    Fángjiān hěn nuǎnhuo, bǎ dàyī tuōle ba.

Λέξεις που περιέχουν 脱, ανά επίπεδο HSK